κρυπτόγαμα

Όρος που αποδίδεται σε φυτά που αναπαράγονται με σπόρια και όχι με σπέρματα. Ο όρος εμφανίστηκε κατά τον 19ο αι., για να χαρακτηρίσει φυτά των οποίων τα όργανα αναπαραγωγής δεν ήταν εμφανή, σε αντίθεση με τα φυτά που παράγουν σπέρματα, όπου η φυλετική αναπαραγωγή είναι εμφανής και για τον λόγο αυτό τα τελευταία χαρακτηρίζονται ως φανερόγαμα. Στα κ. περιλαμβάνονται τα αθροίσματα των φυκών, των μυκήτων, των λειχήνων, των βρυοφύτων και των πτεριδόφυτων, φυτά δηλαδή με διαφορετική εξωτερική μορφολογία, μικροσκοπικά ή μεγάλα, αυτότροφα ή όχι, χαρακτηριζόμενα κυρίως από την έλλειψη ανθών, τα οποία, αντίθετα, υπάρχουν πάντοτε στα σπερματόφυτα ή φανερόγαμα. Τα κ. αποτελούσαν μια κλάση –την 24η και τελευταία– στο σύστημα ταξινόμησης φυτών του Λινναίου. Η σύγχρονη όμως συστηματική βοτανική χώρισε τη μεγάλη ομάδα των κ. σε 11 υποδιαιρέσεις και συγκεκριμένα στα: χρυσόφυτα (chrysophyta), που είναι κίτρινα μικροσκοπικά φύκη· ευγλενόφυτα (euglenophyta), πράσινα μικροσκοπικά φύκη που κινούνται με ένα μαστίγιο· πυρρόφυτα (pyrrophyta), μικροσκοπικά κινούμενα φύκη, εφοδιασμένα με περίβλημα, αποτελούμενο από συγκολλημένες πλάκες· βακιλλαριόφυτα (bacillariophyta) ή διάτομα, μικροσκοπικά φύκη με πυριτικό κέλυφος, σχηματισμένο από δύο βαλβίδες· φαιόφυτα (phaeophyta) ή φαιοφύκη, καστανόχρωμα φύκη· ροδόφυτα (rhodophyta) ή ροδοφύκη, κόκκινα φύκη· χλωρόφυτα (chlorophyta) ή χλωροφύκη, πράσινα φύκη· μυξόφυτα (myxophyta) ή μυξομύκητες, κατώτεροι μύκητες με σώμα που σχηματίζεται από τη συσσώρευση ή τη συγχώνευση μυξαμοιβάδων· ευμυκητόφυτα (eumycetophyta) ή ευμύκητες, μύκητες που ανήκουν σε διάφορες κλάσεις και σε αυτούς συμπεριλαμβάνονται οι δευτερομύκητες ή ατελείς μύκητες και, κατά μία έννοια, οι λειχήνες (συμβίωση μυκήτων και λειχήνων)· βρυόφυτα (bryophyta), φυτά με χαρακτηριστικά ενδιάμεσα μεταξύ φυκών και ανώτερων φυτών· πτεριδόφυτα (pteridophyta), τα πιο απλά τραχεόφυτα, ιδιαίτερα άφθονα κατά το παρελθόν. Οι πρώτες εννιά υποδιαιρέσεις σχηματίζουν την ομάδα των θαλλοφύτων, δηλαδή των κ. με θαλλώδη βλαστό ή σώμα από ενώσεις κυττάρων, περισσότερο ή λιγότερο οργανωμένων σε ομοιογενείς μάζες, ελασματοειδείς ή κατ’ άξονα, χωρίς κεντρικό αξονικό κορμό και περιφερειακά φύλλα και χωρίς σύστημα αγωγού από ηθμαγγειώδεις δεσμίδες. Η 10η και η 11η υποδιαίρεση συγκροτούν το άθροισμα των αρχεγονιατών κ., δηλαδή φυτών που εμφανίζουν εναλλαγή γενεών, με τη διαδοχική εναλλαγή μιας γαμετοφυτικής φάσης (γαμετόφυτο, με εγγενή όργανα πολλαπλασιασμού τα άρρενα ανθηρίδια και τα θήλεα αρχεγόνια, τα οποία σχηματίζουν τους γαμέτες) και μιας σποριοφυτικής φάσης (σποριόφυτο, το οποίο διαθέτει κατάλληλα όργανα για τον σχηματισμό σπορίων μετά τη γονιμοποίηση του ωοκυττάρου –θηλυκού γαμέτη– από ένα ανθηροζωίδιο – αρσενικού γαμέτη). Τέλος, η 11η υποδιαίρεση κατατάσσεται στα αγγειόσπερμα κ., γιατί σε αυτά υπάρχει πραγματικό φυτικό σώμα, αποτελούμενο από ρίζα, βλαστό και φύλλα, με σαφώς διαφοροποιημένους αγωγούς ιστούς (αγγεία), παρόμοιους με τους αντίστοιχους ιστούς των φανερόγαμων ή σπερματοφύτων, δηλαδή των φυτών που φέρουν άνθη, τα οποία αποτελούν την ανώτατη βαθμίδα εξέλιξης του φυτικού βασιλείου. Τα κ. περιλαμβάνουν συνεπώς φυτά, τα οποία, επειδή στερούνται ανθών, δεν σχηματίζουν πραγματικούς καρπούς και σπόρους με την κλασική έννοια των όρων. Αναπαράγονται με σπόρια, τα οποία προέρχονται είτε από μια εγγενή διαδικασία (όπως σε πολλά φύκη και μύκητες, στα φυλλόβρυα και ηπατικά βρυόφυτα και στα πτεριδόφυτα) είτε από μια αγενή διαίρεση ειδικών κυττάρων, χωρίς τη μεσολάβηση των γενών, όπως συμβαίνει με τα κονίδια των ατελών μυκήτων ή δευτερομυκήτων, όπως είναι οι μύκητες που προκαλούν τη μούχλα στα πορτοκάλια. Στα κ. δεν περιλαμβάνονται συνήθως οι μονοκύτταροι οργανισμοί, οι οποίοι ταξινομούνται στα σχιζόφυτα (schizophyta) ή βακτηριόφυτα (bacteriophyta) και στα κυανόφυτα (cyanophyta), καθώς και στα γλαυκόφυτα (glaucophyta), οι οποίοι συνιστούν το άθροισμα των πρωτοφύτων. Μια φτέρη του γένους Pteridium. Φύκος του γένους Padina, ιθαγενές της Μεσογείου. Ο μήκυτας Coriolus versicolor. Ένας λειχήνας του είδους Xanthoria parietina.
* * *
τα
βλ. κρυπτόγαμος.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • πτεριδόφυτα — Oνομάζονται και κρυπτόγαμα κορμόφυτα και υπάγονται στο άθροισμα των αρχεγονιατών. Είναι τα πλέον εξελιγμένα κρυπτόγαμα αφού ως φυτά έχουν βλαστό, πραγματικές ρίζες, φύλλα και αγγεία. Κατά τις περασμένες γεωλογικές περιόδους ήταν περισσότερο… …   Dictionary of Greek

  • φτέρη — Φυτά της κλάσης των πτεριδικών, του αθροίσματος των πτεριδόφυτων. Είναι πολύ εξελιγμένα κρυπτόγαμα κορμόφυτα που έχουν ρίζες, βλαστό και φύλλα. Επιπλέον είναι εφοδιασμένα με σύστημα αγωγών αγγείων, γι’ αυτό και κατατάσσονται στα κρυπτόγαμα που… …   Dictionary of Greek

  • Άλγη — Φυτά κρυπτόγαμα που ανήκουν στην τάξη των θαλλοφύτων και έχουν μονοκυτταρική σύσταση. Ζουν σε γλυκά ή αλμυρά νερά και φέρουν συνήθως χλωροφύλλη που τα διαφοροποιεί από τους μύκητες. Στα ά. είναι δυνατόν να ενταχθούν και ορισμένοι τύποι φυτών που… …   Dictionary of Greek

  • γαμετόφυτο — Ο φυτικός οργανισμός που προέρχεται από ένα σπόριο και από τον οποίο σχηματίζονται οι γαμέτες του είδους του. Εμφανίζεται κυρίως στα κρυπτόγαμα φυτά, τα οποία παρουσιάζουν το φαινόμενο της εναλλαγής των γενεών. Το γ. είναι απλοβιοτικός οργανισμός …   Dictionary of Greek

  • θαλλόφυτα — Μία από τις τρεις μεγάλες υποδιαιρέσεις του φυτικού κόσμου που περιλαμβάνει τα φύλλα των μυξομυκήτων, των ευγλενοφυκών, των πυροφυκών, των χρυσοφυκών, των χλωροφυκών, των χαροφυκών, των φαιοφυκών, των ροδοφυκών, των ενυκήτων και των λειχήνων. Τα… …   Dictionary of Greek

  • κορμόφυτα — Συστηματικό άθροισμα, που περιλαμβάνει τα ανώτερα φυτά των οποίων το φυτικό σώμα συγκροτείται από γνήσιους ιστούς και ονομάζεται κορμός (βλ. λ.). Ο κορμός αποτελείται από διαφοροποιημένα μέρη: τη ρίζα (ή ριζικό σύστημα), τον βλαστό και τα φύλλα.… …   Dictionary of Greek

  • κρυπτογαμικός — ή, ό βοτ. αυτός που ανήκει στα κρυπτόγαμα ή έχει τα χαρακτηριστικά τών κρυπτογάμων («κρυπτογαμικές ασθένειες») …   Dictionary of Greek

  • κρυπτόγαμος — η, ο (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα κρυπτόγαμα το σύνολο τών φυτών που πολλαπλασιάζονται με σπόρια και δεν παράγουν άνθη και σπέρματα …   Dictionary of Greek

  • πολύοικος — η, ο, Ν 1. (για παράσιτα φυτά) αυτός που μπορεί να ζήσει επάνω σε διάφορους ξενιστές 2. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα πολύοικα διάφορα κρυπτογαμα φυτά. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. polyoicous < πολυ * + οικία] …   Dictionary of Greek

  • τούνδρα — Περιοχή ιδιαίτερης εδαφικής μορφολογίας των βόρειων ακτών της Ευρασίας και της Βόρειας Αμερικής, καθώς επίσης και εκτάσεις μεταξύ των παγετώνων και των πολικών εδαφών. Η τ. είναι γενικά περιοχή στην οποία επικρατούν τα βρύα, τα σφάγνα και οι… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.